γεώδης

γεώδης, ες,
A earth-like, earthy, Pl.Phd.81c, Hierocl.in CA Praef. p.417 M.; γ. καὶ ἄλιθον with deep soil, X.An.6.4.5, al.;

τὸ γ. Arist. GA753a25

, 782b22; τὸ -εστερον ib.751b3;

γ. φῦλον Aristid.Or.43(1).14

;

ἄνθρακες -έστατοι Thphr.HP5.9.1

.
II epith. of certain ζῴδια, Vett.Val.10.11.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γεώδης — earth like masc/fem acc pl (attic epic doric) γεώδης earth like masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) γεώδης earth like masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεώδης — ες (AM γεώδης, ες) [γέα, γη] 1. αυτός που έχει τη σύσταση ή το χρώμα τού εδάφους, χωμάτινος 2. ο χωματώδης, εκείνος που έχει πολύ χώμα αρχ. μσν. ο γήινος, ο σχετικός με τη σάρκα και τα εγκόσμια, σε αντίθεση με τον ουράνιο, τον πνευματικό («γεώδη… …   Dictionary of Greek

  • γεωδέστερον — γεώδης earth like adverbial comp γεώδης earth like masc acc comp sg γεώδης earth like neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεώδει — γεώδης earth like masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) γεώδης earth like masc/fem/neut dat sg γεώδεϊ , γεώδης earth like dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεώδη — γεώδης earth like neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) γεώδης earth like masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) γεώδης earth like masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωδεστέραις — γεώδης earth like fem dat comp pl γεωδεστέρᾱͅς , γεώδης earth like fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωδεστέρων — γεώδης earth like fem gen comp pl γεώδης earth like masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωδεστέρως — γεώδης earth like masc acc comp pl (doric) γεώδης earth like comp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωδέστατα — γεώδης earth like adverbial superl γεώδης earth like neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωδέστατον — γεώδης earth like masc acc superl sg γεώδης earth like neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεῶδες — γεώδης earth like masc/fem voc sg γεώδης earth like neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.